τσόπερ
•
- μοτοσικλέτα ειδικά διαμορφωμένη με μακρύ μπροστινό μέρος, χαμηλή θέση οδήγησης και χαρακτηριστική εμφάνιση που δίνει έμφαση στο στιλ και την άνετη οδήγηση Βικιλεξικό
- ηλεκτρονικήηλεκτρονική διάταξη που μεταβάλλει ή ελέγχει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω ταχείας και επαναλαμβανόμενης διακοπής του ρεύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσόπερ < αγγλική chopper < chop
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →