τσότρα
•
- ξύλινη κανάτα για κρασί ή νερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσότρα < (άμεσο δάνειο) τουρκική çotra < ιταλική ciotola < λατινική cyathus < αρχαία ελληνική κύαθος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσότρα | τσότρες |
| Γενική | τσότρας | — |
| Αιτιατική | τσότρα | τσότρες |
| Κλητική | τσότρα | τσότρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →