Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυκλώνω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόθολώνω Βικιλεξικό
    • Όλο το τσαντήρι είχε τυκλώσει απ' την τσίκνα καψαλισμένης ρέγγας (Σωτήρης Πατατζής, Μεθυσμένη Πολιτεία)

Ετυμολογία

τυκλώνω < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

τυκλωμένοςτυκλώσωτύκλωνατύκλωσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →