τυκλώνω
•
- ιδιωματικόθολώνω Βικιλεξικό
- Όλο το τσαντήρι είχε τυκλώσει απ' την τσίκνα καψαλισμένης ρέγγας (Σωτήρης Πατατζής, Μεθυσμένη Πολιτεία)
Ετυμολογία
τυκλώνω < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
τυκλωμένοςτυκλώσωτύκλωνατύκλωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →