τυλιγαδιάζω
•
- τυλίγω νήμα σε τυλιγάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυλιγαδιάζω < τυλιγάδι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυλιγαδιάζω | τυλιγαδιάζεις | τυλιγαδιάζει | τυλιγαδιάζουμε | τυλιγαδιάζετε | τυλιγαδιάζουν / τυλιγαδιάζουνε |
| Παρατατικός | τυλιγάδιαζα | τυλιγάδιαζες | τυλιγάδιαζε | τυλιγαδιάζαμε | τυλιγαδιάζατε | τυλιγάδιαζαν / τυλιγαδιάζαν / τυλιγαδιάζανε |
| Αόριστος | τυλιγάδιασα | τυλιγάδιασες | τυλιγάδιασε | τυλιγαδιάσαμε | τυλιγαδιάσατε | τυλιγάδιασαν / τυλιγαδιάσαν / τυλιγαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα τυλιγαδιάζω / θα τυλιγαδιάσω | θα τυλιγαδιάζεις / θα τυλιγαδιάσεις | θα τυλιγαδιάζει / θα τυλιγαδιάσει | θα τυλιγαδιάζουμε / θα τυλιγαδιάσουμε | θα τυλιγαδιάζετε / θα τυλιγαδιάσετε | θα τυλιγαδιάζουν / θα τυλιγαδιάζουνε / θα τυλιγαδιάσουν / θα τυλιγαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τυλιγαδιάσει | έχεις τυλιγαδιάσει | έχει τυλιγαδιάσει | έχουμε τυλιγαδιάσει | έχετε τυλιγαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυλιγαδιάσει | είχες τυλιγαδιάσει | είχε τυλιγαδιάσει | είχαμε τυλιγαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τυλιγαδιάσει / να τυλιγαδιάζω / να τυλιγαδιάσω | να έχεις τυλιγαδιάσει / να τυλιγαδιάζεις / να τυλιγαδιάσεις | να έχει τυλιγαδιάσει / να τυλιγαδιάζει / να τυλιγαδιάσει | να έχουμε τυλιγαδιάσει / να τυλιγαδιάζουμε / να τυλιγαδιάσουμε | να έχετε τυλιγαδιάσει / να τυλιγαδιάζετε / να τυλιγαδιάσετε | να τυλιγαδιάζουν / να τυλιγαδιάζουνε / να τυλιγαδιάσουν / να τυλιγαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | τυλιγάδιαζε / τυλιγάδιασε | — | — | τυλιγαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τυλιγαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →