Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυλιχτός

/ti.liˈxtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν τυλίξει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυλιχτός < τυλίγω, τυλικ- (όπως τύλιξα: τύλικ-σα) με τροπή [kt] > [xt] + επίθημα ρηματικού επιθέτου -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυλιχτόςτυλιχτήτυλιχτό
Γενικήτυλιχτούτυλιχτήςτυλιχτού
Αιτιατικήτυλιχτότυλιχτήτυλιχτό
Κλητικήτυλιχτέτυλιχτήτυλιχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυλιχτοίτυλιχτέςτυλιχτά
Γενικήτυλιχτώντυλιχτώντυλιχτών
Αιτιατικήτυλιχτούςτυλιχτέςτυλιχτά
Κλητικήτυλιχτοίτυλιχτέςτυλιχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →