Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυμπανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με το τύμπανο του αφτιού, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. μουσικήπου έχει σχέση με το μουσικό όργανο τύμπανο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  3. που ακούγεται σαν τύμπανο (για ήχο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυμπανικός < ελληνιστική κοινή τυμπανικός < αρχαία ελληνική τύμπανον < τύπτω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tympanique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική tympanic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυμπανικόςτυμπανικήτυμπανικό
Γενικήτυμπανικούτυμπανικήςτυμπανικού
Αιτιατικήτυμπανικότυμπανικήτυμπανικό
Κλητικήτυμπανικέτυμπανικήτυμπανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυμπανικοίτυμπανικέςτυμπανικά
Γενικήτυμπανικώντυμπανικώντυμπανικών
Αιτιατικήτυμπανικούςτυμπανικέςτυμπανικά
Κλητικήτυμπανικοίτυμπανικέςτυμπανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →