τυπικάρης
•
- θρησκείαμοναχός που είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του τυπικού της μονής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπικάρης < τυπικό + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπικάρης | τυπικάρηδες |
| Γενική | τυπικάρη | τυπικάρηδων |
| Αιτιατική | τυπικάρη | τυπικάρηδες |
| Κλητική | τυπικάρη | τυπικάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →