τυπικότητα
•
- οι ιδιότητες ενος τυπικού ατόμου Βικιλεξικό
- το να είναι σύμφωνο με τους κανόνες ή το τυπικό μιας διαδικασίας Βικιλεξικό
- η ψηφοφορία έγινε με κάθε τυπικότητα
- για συμπεριφοράτο να είναι σύμφωνο με τους κοινωνικούς τύπους Βικιλεξικό
- Ας αφήσουμε τις τυπικότητες, κι ας μιλάμε στον ενικό!
Ετυμολογία
τυπικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τυπικότης < τυπικ(ός) + -ότης > -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπικότητα | τυπικότητες |
| Γενική | τυπικότητας | τυπικοτήτων |
| Αιτιατική | τυπικότητα | τυπικότητες |
| Κλητική | τυπικότητα | τυπικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →