Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυποκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοο φορμαλισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυποκρατία < τύπος + -ο- + -κρατία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυποκρατίατυποκρατίες
Γενικήτυποκρατίαςτυποκρατιών
Αιτιατικήτυποκρατίατυποκρατίες
Κλητικήτυποκρατίατυποκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →