τυπολογικός
•
- σχετικός με την τυπολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπολογικός < τυπολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπολογικός | τυπολογική | τυπολογικό |
| Γενική | τυπολογικού | τυπολογικής | τυπολογικού |
| Αιτιατική | τυπολογικό | τυπολογική | τυπολογικό |
| Κλητική | τυπολογικέ | τυπολογική | τυπολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπολογικοί | τυπολογικές | τυπολογικά |
| Γενική | τυπολογικών | τυπολογικών | τυπολογικών |
| Αιτιατική | τυπολογικούς | τυπολογικές | τυπολογικά |
| Κλητική | τυπολογικοί | τυπολογικές | τυπολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →