τυποποίηση
•
- η συμμόρφωση με έναν ορισμένο τύπο, πρότυπο Βικιλεξικό
- στη βιομηχανίαη επεξεργασία, επιλογή, συσκευασία των προϊόντων ώστε αυτά να ακολουθούν ένα κοινά παραδεκτό πρότυπο Βικιλεξικό
- αρνητικάη προσκόλληση σε ένα μοντέλο που θυσιάζει την πρωτοτυπία και τη δημιουργική διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυποποίηση < τυποποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυποποίηση | τυποποιήσεις |
| Γενική | τυποποίησης | τυποποιήσεων |
| Αιτιατική | τυποποίηση | τυποποιήσεις |
| Κλητική | τυποποίηση | τυποποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →