Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυποποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συμμόρφωση με έναν ορισμένο τύπο, πρότυπο Βικιλεξικό
  2. στη βιομηχανίαη επεξεργασία, επιλογή, συσκευασία των προϊόντων ώστε αυτά να ακολουθούν ένα κοινά παραδεκτό πρότυπο Βικιλεξικό
  3. αρνητικάη προσκόλληση σε ένα μοντέλο που θυσιάζει την πρωτοτυπία και τη δημιουργική διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυποποίηση < τυποποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυποποίησητυποποιήσεις
Γενικήτυποποίησηςτυποποιήσεων
Αιτιατικήτυποποίησητυποποιήσεις
Κλητικήτυποποίησητυποποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →