τυποποιητήριο
•
- εργαστήριο ή χώρος όπου γίνεται η τυποποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυποποιητήριο < τυποποιώ + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυποποιητήριο | τυποποιητήρια |
| Γενική | τυποποιητήριου / τυποποιητηρίου | τυποποιητήριων / τυποποιητηρίων |
| Αιτιατική | τυποποιητήριο | τυποποιητήρια |
| Κλητική | τυποποιητήριο | τυποποιητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →