Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυποποιούμαι

ρήμα
•
  1. διαμορφώνομαι σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυποποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τυποποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτυποποιούμαιτυποποιείσαιτυποποιείταιτυποποιούμαστετυποποιείστετυποποιούνται
Παρατατικόςτυποποιούμουντυποποιούσουντυποποιούνταντυποποιούμασταν / τυποποιούμαστετυποποιούσασταν / τυποποιούσαστετυποποιούνταν
Αόριστοςτυποποιήθηκατυποποιήθηκεςτυποποιήθηκετυποποιηθήκαμετυποποιηθήκατετυποποιήθηκαν / τυποποιηθήκαν / τυποποιηθήκανε
Μέλλονταςθα τυποποιηθώ / θα τυποποιούμαιθα τυποποιείσαι / θα τυποποιηθείςθα τυποποιείται / θα τυποποιηθείθα τυποποιηθούμε / θα τυποποιούμαστεθα τυποποιείστε / θα τυποποιηθείτεθα τυποποιηθούν / θα τυποποιηθούνε / θα τυποποιούνται
Παρακείμενοςέχω τυποποιηθείέχεις τυποποιηθείέχει τυποποιηθείέχουμε τυποποιηθείέχετε τυποποιηθείέχουν τυποποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα τυποποιηθείείχες τυποποιηθείείχε τυποποιηθείείχαμε τυποποιηθείείχατε τυποποιηθείείχαν τυποποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω τυποποιηθεί / να τυποποιηθώ / να τυποποιούμαινα έχεις τυποποιηθεί / να τυποποιείσαι / να τυποποιηθείςνα έχει τυποποιηθεί / να τυποποιείται / να τυποποιηθείνα έχουμε τυποποιηθεί / να τυποποιηθούμε / να τυποποιούμαστενα έχετε τυποποιηθεί / να τυποποιείστε / να τυποποιηθείτενα έχουν τυποποιηθεί / να τυποποιηθούν / να τυποποιηθούνε / να τυποποιούνται
Προστακτική—τυποποιήσου——τυποποιείστε / τυποποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →