τυποποιούμαι
•
- διαμορφώνομαι σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυποποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τυποποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυποποιούμαι | τυποποιείσαι | τυποποιείται | τυποποιούμαστε | τυποποιείστε | τυποποιούνται |
| Παρατατικός | τυποποιούμουν | τυποποιούσουν | τυποποιούνταν | τυποποιούμασταν / τυποποιούμαστε | τυποποιούσασταν / τυποποιούσαστε | τυποποιούνταν |
| Αόριστος | τυποποιήθηκα | τυποποιήθηκες | τυποποιήθηκε | τυποποιηθήκαμε | τυποποιηθήκατε | τυποποιήθηκαν / τυποποιηθήκαν / τυποποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα τυποποιηθώ / θα τυποποιούμαι | θα τυποποιείσαι / θα τυποποιηθείς | θα τυποποιείται / θα τυποποιηθεί | θα τυποποιηθούμε / θα τυποποιούμαστε | θα τυποποιείστε / θα τυποποιηθείτε | θα τυποποιηθούν / θα τυποποιηθούνε / θα τυποποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω τυποποιηθεί | έχεις τυποποιηθεί | έχει τυποποιηθεί | έχουμε τυποποιηθεί | έχετε τυποποιηθεί | έχουν τυποποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυποποιηθεί | είχες τυποποιηθεί | είχε τυποποιηθεί | είχαμε τυποποιηθεί | είχατε τυποποιηθεί | είχαν τυποποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω τυποποιηθεί / να τυποποιηθώ / να τυποποιούμαι | να έχεις τυποποιηθεί / να τυποποιείσαι / να τυποποιηθείς | να έχει τυποποιηθεί / να τυποποιείται / να τυποποιηθεί | να έχουμε τυποποιηθεί / να τυποποιηθούμε / να τυποποιούμαστε | να έχετε τυποποιηθεί / να τυποποιείστε / να τυποποιηθείτε | να έχουν τυποποιηθεί / να τυποποιηθούν / να τυποποιηθούνε / να τυποποιούνται |
| Προστακτική | — | τυποποιήσου | — | — | τυποποιείστε / τυποποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →