τυποσκόπιο
•
- παρωχημένοείδος φακού που λειτουργεί ως μικροσκόπιο ή για τη λεπτομερή θέαση αντικειμένων Βικιλεξικό
- ειδικότεραειδικός μεγεθυντικός φακός που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για τον έλεγχο των εκτυπώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυποσκόπιο < τύπος + -ο- + -σκόπιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυποσκόπιο | τυποσκόπια |
| Γενική | τυποσκοπίου / τυποσκόπιου | τυποσκοπίων / τυποσκόπιων |
| Αιτιατική | τυποσκόπιο | τυποσκόπια |
| Κλητική | τυποσκόπιο | τυποσκόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →