Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυπωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τύπωμα / εκτύπωση ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτυπωτικά: έξοδα εκτύπωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυπωτικός < ελληνιστική κοινή τυπωτικός < τύπόω < αρχαία ελληνική τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπωτικόςτυπωτικήτυπωτικό
Γενικήτυπωτικούτυπωτικήςτυπωτικού
Αιτιατικήτυπωτικότυπωτικήτυπωτικό
Κλητικήτυπωτικέτυπωτικήτυπωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυπωτικοίτυπωτικέςτυπωτικά
Γενικήτυπωτικώντυπωτικώντυπωτικών
Αιτιατικήτυπωτικούςτυπωτικέςτυπωτικά
Κλητικήτυπωτικοίτυπωτικέςτυπωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →