τυροβούτυρο
•
- βούτυρο από το τυρόγαλα των σκληρών τυριών (κασέρι, κεφαλοτύρι) και στο οποίο παλιά αναμίγνυαν και φυσικό γάλα, που το έλεγαν πρόσγαλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυροβούτυρο < τυρο- + βούτυρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυροβούτυρο | τυροβούτυρα |
| Γενική | τυροβούτυρου | τυροβούτυρων |
| Αιτιατική | τυροβούτυρο | τυροβούτυρα |
| Κλητική | τυροβούτυρο | τυροβούτυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →