τυροκομικός
•
- που έχει σχέση με τον τυροκόμο ή την τυροκομία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυροκομικός < τυροκόμος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυροκομικός | τυροκομική | τυροκομικό |
| Γενική | τυροκομικού | τυροκομικής | τυροκομικού |
| Αιτιατική | τυροκομικό | τυροκομική | τυροκομικό |
| Κλητική | τυροκομικέ | τυροκομική | τυροκομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τυροκομικοί | τυροκομικές | τυροκομικά |
| Γενική | τυροκομικών | τυροκομικών | τυροκομικών |
| Αιτιατική | τυροκομικούς | τυροκομικές | τυροκομικά |
| Κλητική | τυροκομικοί | τυροκομικές | τυροκομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →