Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυροκομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τυροκόμο ή την τυροκομία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυροκομικός < τυροκόμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυροκομικόςτυροκομικήτυροκομικό
Γενικήτυροκομικούτυροκομικήςτυροκομικού
Αιτιατικήτυροκομικότυροκομικήτυροκομικό
Κλητικήτυροκομικέτυροκομικήτυροκομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυροκομικοίτυροκομικέςτυροκομικά
Γενικήτυροκομικώντυροκομικώντυροκομικών
Αιτιατικήτυροκομικούςτυροκομικέςτυροκομικά
Κλητικήτυροκομικοίτυροκομικέςτυροκομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →