τυροπώλης
•
- επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει τυρί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυροπώλης < τυρο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυροπώλης | τυροπώλες |
| Γενική | τυροπώλη | τυροπωλών |
| Αιτιατική | τυροπώλη | τυροπώλες |
| Κλητική | τυροπώλη | τυροπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →