τυροφαγία
•
- η κατανάλωση τυριού σε μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό
- το να τρώει κανείς αποκλειστικά τυρί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυροφαγία < τυρο- + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυροφαγία | τυροφαγίες |
| Γενική | τυροφαγίας | τυροφαγιών |
| Αιτιατική | τυροφαγία | τυροφαγίες |
| Κλητική | τυροφαγία | τυροφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →