τυτώ
•
- πτηνόνυκτόβιο αρπακτικό πτηνό (είδος Tyto alba / λευκή τυτώ) με χαρακτηριστικό ολόλευκο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και αθόρυβες πτήσεις, που συνδέεται λαογραφικά με οιωνούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυτώ < ελληνιστική κοινή τυτώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυτώ | — |
| Γενική | τυτούς / τυτώς | — |
| Αιτιατική | τυτώ | — |
| Κλητική | τυτώ | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →