Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυτώ

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πτηνόνυκτόβιο αρπακτικό πτηνό (είδος Tyto alba / λευκή τυτώ) με χαρακτηριστικό ολόλευκο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και αθόρυβες πτήσεις, που συνδέεται λαογραφικά με οιωνούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυτώ < ελληνιστική κοινή τυτώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυτώ—
Γενικήτυτούς / τυτώς—
Αιτιατικήτυτώ—
Κλητικήτυτώ—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →