τυφικός
•
- κάποιος που πάσχει από τύφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυφικός < τύφος + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυφική / τυφικός / τυφικό | τυφικές / τυφικοί / τυφικά |
| Γενική | τυφικής / τυφικού / τυφικού | τυφικών / τυφικών / τυφικών |
| Αιτιατική | τυφική / τυφικό / τυφικό | τυφικές / τυφικούς / τυφικά |
| Κλητική | τυφική / τυφικέ / τυφικό | τυφικές / τυφικοί / τυφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →