Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυφικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που πάσχει από τύφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυφικός < τύφος + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυφική / τυφικός / τυφικότυφικές / τυφικοί / τυφικά
Γενικήτυφικής / τυφικού / τυφικούτυφικών / τυφικών / τυφικών
Αιτιατικήτυφική / τυφικό / τυφικότυφικές / τυφικούς / τυφικά
Κλητικήτυφική / τυφικέ / τυφικότυφικές / τυφικοί / τυφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τυφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τύφο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυφικός < τύφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυφικόςτυφικήτυφικό
Γενικήτυφικούτυφικήςτυφικού
Αιτιατικήτυφικότυφικήτυφικό
Κλητικήτυφικέτυφικήτυφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυφικοίτυφικέςτυφικά
Γενικήτυφικώντυφικώντυφικών
Αιτιατικήτυφικούςτυφικέςτυφικά
Κλητικήτυφικοίτυφικέςτυφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →