τυφλοκομείο
•
- άσυλο ή ίδρυμα όπου ζουν τυφλοί Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίαοφθαλμιατρείο, όπως η παλαιότερη ονομασία του Οφθαλμιατρείου Αθηνών Βικιλεξικό
- 1900 - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων
Ετυμολογία
τυφλοκομείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τυφλοκομ(εῖον) (μαρτυρείται από το 1853) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε τυφλ(ός) + -ο- + -κομείο. Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική τυφλοκομεῖον.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυφλοκομείο | τυφλοκομεία |
| Γενική | τυφλοκομείου | τυφλοκομείων |
| Αιτιατική | τυφλοκομείο | τυφλοκομεία |
| Κλητική | τυφλοκομείο | τυφλοκομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →