τυφλοσούρτης
•
- οδηγός / βοήθημα με πρακτικές λύσεις, βήμα προς βήμα, που απευθύνεται σε ερασιτέχνες ή άπειρους Βικιλεξικό
- Ήθελαν να γράψουν σε δεσπότη, σε ηγεμόνα, σε δάσκαλο, σε έμπορο: Άνοιγαν τον τυφλοσούρτη τους κι εύρισκαν έτοιμο το γράμμα. Το αντιγράφανε ή το τροποποιούσαν λίγο σύμφωνα με τη δική τους περίπτωση και το ‘στελναν (books.google Γεώργιος Βαλέτας (1982) Της Ρωμιοσύνης. Κριτική. Μελετήματα. σελ.395.
- οικείοσχολικό βοήθημα με έτοιμες τις απαντήσεις στα προβλήματα των σχολικών βιβλίων, χωρίς όμως να τον βοηθά να αναπτύξει κριτική σκέψη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάυποτιμητικός χαρακτηρισμός για οποιοδήποτε οδηγό που ακολουθεί κανείς «στα τυφλά», χωρίς να εξασκήσει την κρίση του Βικιλεξικό
- σπάνιοονομασία για το λαούτο, στην παραδοσιακή ελληνική μουσική, γιατί βοηθούσε το όργανο το οποίο συνόδευε (βιολί ή κλαρίνο) να μη χάσει το ρυθμό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυφλοσούρτης < τυφλός τυφλο- + σούρτης (< σούρνω < σύρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυφλοσούρτης | τυφλοσούρτες |
| Γενική | τυφλοσούρτη | τυφλοσουρτών |
| Αιτιατική | τυφλοσούρτη | τυφλοσούρτες |
| Κλητική | τυφλοσούρτη | τυφλοσούρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →