τυφλώνω
•
- αφαιρώ την όραση ενός ατόμου Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμποδίζω την ορθή κριτική σκέψη Βικιλεξικό
- μεταφορικάστραβώνω, θαμπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυφλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυφλώνω < αρχαία ελληνική τυφλῶ + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυφλώνω | τυφλώνεις | τυφλώνει | τυφλώνουμε | τυφλώνετε | τυφλώνουν / τυφλώνουνε |
| Παρατατικός | τύφλωνα | τύφλωνες | τύφλωνε | τυφλώναμε | τυφλώνατε | τυφλώναν / τυφλώνανε / τύφλωναν |
| Αόριστος | τύφλωσα | τύφλωσες | τύφλωσε | τυφλώσαμε | τυφλώσατε | τυφλώσαν / τυφλώσανε / τύφλωσαν |
| Μέλλοντας | θα τυφλώνω / θα τυφλώσω | θα τυφλώνεις / θα τυφλώσεις | θα τυφλώνει / θα τυφλώσει | θα τυφλώνουμε / θα τυφλώσουμε | θα τυφλώνετε / θα τυφλώσετε | θα τυφλώνουν / θα τυφλώνουνε / θα τυφλώσουν / θα τυφλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τυφλώσει | έχεις τυφλώσει | έχει τυφλώσει | έχουμε τυφλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυφλώσει | είχες τυφλώσει | είχε τυφλώσει | είχαμε τυφλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τυφλώσει / να τυφλώνω / να τυφλώσω | να έχεις τυφλώσει / να τυφλώνεις / να τυφλώσεις | να έχει τυφλώσει / να τυφλώνει / να τυφλώσει | να έχουμε τυφλώσει / να τυφλώνουμε / να τυφλώσουμε | να τυφλώνετε / να τυφλώσετε | να τυφλώνουν / να τυφλώνουνε / να τυφλώσουν / να τυφλώσουνε |
| Προστακτική | — | τύφλωνε / τύφλωσε | — | — | τυφλώνετε / τυφλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τυφλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →