τυφώνας
•
- άνεμοςτροπικός κυκλώνας εξαιρετικής έντασης (με ανέμους που ξεπερνούν τα 200-300 km/h) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηανεμοθύελλα μεγάλης έντασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυφώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τυφῶν, από την αιτιατική «τὸν τυφῶνα» < Τῡφῶν / Τῠφάων < τῡ́φω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰewh₂- (καπνίζω, βγάζω καπνό), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική typhoon. : Συγκρίνετε με την πορτογαλική tufão < αραβική طُوفَان (ṭūfān) < σινική γλώσσα όπως η κινεζική μανδαρίνικη 大風/大风 (dàfēng, μεγάλος άνεμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυφώνας | τυφώνες |
| Γενική | τυφώνα | τυφώνων |
| Αιτιατική | τυφώνα | τυφώνες |
| Κλητική | τυφώνα | τυφώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →