Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυφώνας

/tiˈfo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνεμοςτροπικός κυκλώνας εξαιρετικής έντασης (με ανέμους που ξεπερνούν τα 200-300 km/h) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηανεμοθύελλα μεγάλης έντασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυφώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τυφῶν, από την αιτιατική «τὸν τυφῶνα» < Τῡφῶν / Τῠφάων < τῡ́φω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰewh₂- (καπνίζω, βγάζω καπνό), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική typhoon. : Συγκρίνετε με την πορτογαλική tufão < αραβική طُوفَان (ṭūfān) < σινική γλώσσα όπως η κινεζική μανδαρίνικη 大風/大风 (dàfēng, μεγάλος άνεμος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυφώναςτυφώνες
Γενικήτυφώνατυφώνων
Αιτιατικήτυφώνατυφώνες
Κλητικήτυφώνατυφώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →