Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχάρπαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατέχει μια θέση χωρίς να έχει τα προσόντα (τυπικά ή ουσιαστικά) και βρέθηκε στη θέση αυτή από τύχη. Βικιλεξικό
    • Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)

Ετυμολογία

τυχάρπαστος < τύχη + αρπάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχάρπαστοςτυχάρπαστητυχάρπαστο
Γενικήτυχάρπαστουτυχάρπαστηςτυχάρπαστου
Αιτιατικήτυχάρπαστοτυχάρπαστητυχάρπαστο
Κλητικήτυχάρπαστετυχάρπαστητυχάρπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχάρπαστοιτυχάρπαστεςτυχάρπαστα
Γενικήτυχάρπαστωντυχάρπαστωντυχάρπαστων
Αιτιατικήτυχάρπαστουςτυχάρπαστεςτυχάρπαστα
Κλητικήτυχάρπαστοιτυχάρπαστεςτυχάρπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →