τυχαία
•
- κατά τυχαίο τρόπο, στην τύχη Βικιλεξικό
- διαλέξαμε τυχαία έναν από αυτούς που ήρθαν στη συνέντευξη
- χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα Βικιλεξικό
- συνάντησα τυχαία το Γιάννη στο δρόμο
Ετυμολογία
τυχαία < τυχαίος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →