Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχαίνω

/tiˈçe.no/ρήμα
•
  1. στο γ΄ πρόσωποσυμβαίνει κάτι κατά τύχη Βικιλεξικό
    • Έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα.
  2. στο γ΄ πρόσωπομου τυχαίνει Βικιλεξικό
    • Σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα.
  3. αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης Βικιλεξικό
    • Τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα.
  4. στον αόριστοβρέθηκα, ήμουν κάπου παρών Βικιλεξικό
    • Έτυχα σε μια συγκέντρωση, και συνάντησα ένα συμμαθητή απ' το δημοτικό.
  5. Χρειάζεται επεξεργασία→ χρειάζεται παράθεμα με τύπους στον ενεστώτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχαίνω < αρχαία ελληνικά τυγχάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτυχαίνωτυχαίνειςτυχαίνειτυχαίνουμετυχαίνετετυχαίνουν / τυχαίνουνε
Παρατατικόςτύχαινατύχαινεςτύχαινετυχαίναμετυχαίνατετυχαίναν / τυχαίνανε / τύχαιναν
Αόριστοςέτυχαέτυχεςέτυχετύχαμετύχατεέτυχαν / τύχαν / τύχανε
Μέλλονταςθα τυχαίνω / θα τύχωθα τυχαίνεις / θα τύχειςθα τυχαίνει / θα τύχειθα τυχαίνουμε / θα τύχουμεθα τυχαίνετε / θα τύχετεθα τυχαίνουν / θα τυχαίνουνε / θα τύχουν / θα τύχουνε
Παρακείμενοςέχω τύχειέχεις τύχειέχει τύχειέχουμε τύχειέχετε τύχει—
Υπερσυντέλικοςείχα τύχειείχες τύχειείχε τύχειείχαμε τύχει——
Υποτακτικήνα έχω τύχει / να τυχαίνω / να τύχωνα έχεις τύχει / να τυχαίνεις / να τύχειςνα έχει τύχει / να τυχαίνει / να τύχεινα έχουμε τύχει / να τυχαίνουμε / να τύχουμενα έχετε τύχει / να τυχαίνετε / να τύχετενα τυχαίνουν / να τυχαίνουνε / να τύχουν / να τύχουνε
Προστακτική—τύχαινε / τύχε——τυχαίνετε / τύχετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →