τυχαίνω
•
- στο γ΄ πρόσωποσυμβαίνει κάτι κατά τύχη Βικιλεξικό
- Έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα.
- στο γ΄ πρόσωπομου τυχαίνει Βικιλεξικό
- Σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα.
- αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης Βικιλεξικό
- Τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα.
- στον αόριστοβρέθηκα, ήμουν κάπου παρών Βικιλεξικό
- Έτυχα σε μια συγκέντρωση, και συνάντησα ένα συμμαθητή απ' το δημοτικό.
- Χρειάζεται επεξεργασία→ χρειάζεται παράθεμα με τύπους στον ενεστώτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχαίνω < αρχαία ελληνικά τυγχάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυχαίνω | τυχαίνεις | τυχαίνει | τυχαίνουμε | τυχαίνετε | τυχαίνουν / τυχαίνουνε |
| Παρατατικός | τύχαινα | τύχαινες | τύχαινε | τυχαίναμε | τυχαίνατε | τυχαίναν / τυχαίνανε / τύχαιναν |
| Αόριστος | έτυχα | έτυχες | έτυχε | τύχαμε | τύχατε | έτυχαν / τύχαν / τύχανε |
| Μέλλοντας | θα τυχαίνω / θα τύχω | θα τυχαίνεις / θα τύχεις | θα τυχαίνει / θα τύχει | θα τυχαίνουμε / θα τύχουμε | θα τυχαίνετε / θα τύχετε | θα τυχαίνουν / θα τυχαίνουνε / θα τύχουν / θα τύχουνε |
| Παρακείμενος | έχω τύχει | έχεις τύχει | έχει τύχει | έχουμε τύχει | έχετε τύχει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τύχει | είχες τύχει | είχε τύχει | είχαμε τύχει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τύχει / να τυχαίνω / να τύχω | να έχεις τύχει / να τυχαίνεις / να τύχεις | να έχει τύχει / να τυχαίνει / να τύχει | να έχουμε τύχει / να τυχαίνουμε / να τύχουμε | να έχετε τύχει / να τυχαίνετε / να τύχετε | να τυχαίνουν / να τυχαίνουνε / να τύχουν / να τύχουνε |
| Προστακτική | — | τύχαινε / τύχε | — | — | τυχαίνετε / τύχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →