τυχαιότητα
•
- η απουσία προβλέψιμου σχεδίου ή αιτιώδους συσχέτισης στα φαινόμενα, όπου τα αποτελέσματα καθορίζονται από μεταβλητούς ή άγνωστους παράγοντες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυχαιότητα < τυχαίος + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική randomness)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυχαιότητα | τυχαιότητες |
| Γενική | τυχαιότητας | τυχαιοτήτων |
| Αιτιατική | τυχαιότητα | τυχαιότητες |
| Κλητική | τυχαιότητα | τυχαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →