Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχερά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοη άτυπη αμοιβή ιερέως για τέλεση μυστηρίου Βικιλεξικό
  2. οικείοη πρόσθετη αμοιβή εργαζομένου, εκτός των τακτικών αποδοχών του Βικιλεξικό
  3. οικείοοι ατυχείς στιγμές ή δυσκολίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχερά < τυχερός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τυχερά

επίρρημα
•
  1. σπάνιομε τυχερό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχερά < τυχερός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →