τυχερά
•
- οικείοη άτυπη αμοιβή ιερέως για τέλεση μυστηρίου Βικιλεξικό
- οικείοη πρόσθετη αμοιβή εργαζομένου, εκτός των τακτικών αποδοχών του Βικιλεξικό
- οικείοοι ατυχείς στιγμές ή δυσκολίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυχερά < τυχερός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →