Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχηροπαιξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςσυνώνυμο της λέξης τυχοπαιξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχηροπαιξία < αρχαία ελληνική τυχηρ(ός) + -ο- + παίκ(της + -σία (κατά το χαρτοπαιξία). Νεολογισμός του 19ου αιώνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυχηροπαιξίατυχηροπαιξίες
Γενικήτυχηροπαιξίαςτυχηροπαιξιών
Αιτιατικήτυχηροπαιξίατυχηροπαιξίες
Κλητικήτυχηροπαιξίατυχηροπαιξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →