τυχοδιωκτισμός
•
- το να είναι κάποιος τυχοδιώκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυχοδιωκτισμός < τυχοδιώκτης + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυχοδιωκτισμός | τυχοδιωκτισμοί |
| Γενική | τυχοδιωκτισμού | τυχοδιωκτισμών |
| Αιτιατική | τυχοδιωκτισμό | τυχοδιωκτισμούς |
| Κλητική | τυχοδιωκτισμέ | τυχοδιωκτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →