τωρινός
•
- που γίνεται τώρα, αυτό το χρονικό διάστημα, ή που αναφέρεται στην τρέχουσα στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τωρινός < τώρα + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τωρινός | τωρινή | τωρινό |
| Γενική | τωρινού | τωρινής | τωρινού |
| Αιτιατική | τωρινό | τωρινή | τωρινό |
| Κλητική | τωρινέ | τωρινή | τωρινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τωρινοί | τωρινές | τωρινά |
| Γενική | τωρινών | τωρινών | τωρινών |
| Αιτιατική | τωρινούς | τωρινές | τωρινά |
| Κλητική | τωρινοί | τωρινές | τωρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →