Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τόπλες

ουσιαστικό
•
  1. ένδυμα που αφήνει ακάλυπτο το στήθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τόπλες < αγγλική topless < top + -less

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τόπλες

επίθετο
•
  1. γυμνόστηθος Βικιλεξικό
    • Μετά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ὅλο καί λιγώτερο ὕφασμα χρειάζεται γιά τήν κατασκευή ἑνός μαγιώ, μέχρι πού φτάνουμε στό μπικίνι καί, πρίν ἀπό μερικά χρόνια στά «τόπλες». Τὸ ὅτι τὸ «τόπλες» δὲν ἐπεκράτησε ὀφείλεται ὄχι τόσο στίς ἠθικές αρχές τῆς σύγχρονης γενιᾶς, ἀλλὰ στὸ γεγονός πὼς τὸ ἐνενῆντα τοῖς ἑκατὸ τῶν γυναικῶν δὲν ἔχουν τὸ στῆθος τῆς ̓Αφροδίτης τῆς Μήλου. (Αρχιτεκτονική και διακόσμηση, 1971, σελ. 65)
    • Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
  2. γυναίκα που αποκαλύπτει τους μαστούς της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τόπλες < αγγλική topless < top + -less

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →