τόφαλος
•
- μεταφορικάπολύ δυνατός και μεγαλόσωμος άντρας, θηριώδης Βικιλεξικό
- είναι σαν τόφαλος
- μεταφορικάο πολύ χοντρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τόφαλος < προέρχεται από το επώνυμο του παγκοσμίου πρωταθλητή και ολυμπιονίκη Δημητρίου Τόφαλου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →