Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τύμβος

/ˈtiɱ.vos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιολογίατεχνητός λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού Βικιλεξικό
    • «Ερευνούμε την συστάδα των Τημενιδών που βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του νεκροταφείου των τύμβων και σημαδεύει την πορεία του αρχαίου δρόμου, ο οποίος οδηγούσε από την βορειοδυτική πύλη της πόλης -όπου η ταφική συστάδα των βασιλισσών- προς την περιοχή που θάφτηκε ο Φίλιππος Β ΄ και ο Αλέξανδρος Δ΄, ο γιος του Μεγαλέξανδρου και της Ρωξάνης για την ταύτιση του τάφου του οποίου κανείς ως τώρα δεν έχει διατυπώσει κάποια αντίρρηση» δήλωσε η κ. Κοτταρίδη. (*)
  2. τάφος επίσημου προσώπου με επιτύμβια στήλη Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη επιτύμβια στήλη με εικόνα ή ανάγλυφο του νεκρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τύμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύμβος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτύμβοςτύμβοι
Γενικήτύμβουτύμβων
Αιτιατικήτύμβοτύμβους
Κλητικήτύμβετύμβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →