τύμπανο
•
- μουσικό όργανοκυλινδρικό κρουστό όργανο που παράγει ήχο από τον παλμό μεμβράνης στερεωμένης σε μεταλλικό ή άλλο κοίλο αντηχείο Βικιλεξικό
- ανατομίαημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί Βικιλεξικό
- αρχαιολογία(αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
- αρχαιολογία(αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
- (αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
- (αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
- (αρχιτεκτονική Βικιλεξικό
- τεχνολογίακύλινδρος πρέσας ή άλλος κύλινδρος μηχανήματος Βικιλεξικό
- Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)
Ετυμολογία
τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπαν(ον) με κατάληξη -ο : για τον όρο της ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tympan > λατινικά tympanum < αρχαία ελληνική τύμπανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τύμπανο | τύμπανα |
| Γενική | τυμπάνου / τύμπανου | τυμπάνων |
| Αιτιατική | τύμπανο | τύμπανα |
| Κλητική | τύμπανο | τύμπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →