τύρβη
•
- ο θόρυβος, η βαβούρα, η φασαρία από πλήθος ανθρώπων Βικιλεξικό
- Ζούμε μέσα στην τύρβη της μεγαλούπολης, την πολυκοσμία.
- επιστημονικός όροςη ακανόνιστη ροή ρευστού ή αερίου Βικιλεξικό
- (στη φυσική) η τύρβη του ανέμου
- (στην αστρονομία) ατμοσφαιρική τύρβη
Ετυμολογία
τύρβη < στη σημασία «θόρυβος» (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύρβη :* για τους επιστημονικούς όρους: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική turbulence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τύρβη | τύρβες |
| Γενική | τύρβης | τυρβών |
| Αιτιατική | τύρβη | τύρβες |
| Κλητική | τύρβη | τύρβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →