Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τύψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έντονη ψυχική κατάσταση που νιώθει όποιος αντιλαμβάνεται την ενοχή του για κάτι και κατηγορεί τον εαυτό του Βικιλεξικό
    • Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)

Ετυμολογία

τύψη < (ελληνιστική κοινή) τύψις < τύπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτύψητύψεις
Γενικήτύψηςτύψεων
Αιτιατικήτύψητύψεις
Κλητικήτύψητύψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →