Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υάλωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία μετατροπής μιας ύλης σε γυαλί μέσω χημικής ή φυσικής αλλαγής, συχνά σε υψηλές θερμοκρασίες Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: υάλωση
  2. η κατάσταση ή ιδιότητα μιας ύλης να εμφανίζει χαρακτηριστικά γυαλιού, όπως η διαφάνεια και η σκληρότητα, συχνά ως αποτέλεσμα διεργασιών υαλοποίησης Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: υάλωση
  3. το σύνολο των γυάλινων τμημάτων ή στοιχείων ενός κτηρίου, όπως παράθυρα, τζάμια και υαλοπίνακες Βικιλεξικό
  4. καλλιτεχνική δημιουργία που αποτελείται από ζωγραφισμένα ή χρωματιστά γυαλιά τοποθετημένα σε πλαίσια, χρησιμοποιούμενη συχνά σε παράθυρα ή διακοσμήσεις Βικιλεξικό
  5. λεπτή, γυαλιστερή επικάλυψη από υαλώδες υλικό που εφαρμόζεται πάνω σε μεταλλικές ή κεραμικές επιφάνειες για προστασία ή διακόσμηση Βικιλεξικό
  6. ιατρικήοφθαλμική πάθηση, παρόμοια με το γλαύκωμα, που εμφανίζεται κυρίως σε άλογα, χαρακτηριζόμενη από θόλωση του φακού του οφθαλμού Βικιλεξικό
  7. ιατρικήσπάνια δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με τον σχηματισμό μικρών διαφανών ογκιδίων στην επιδερμίδα, εξαιτίας υαλοειδούς εκφύλισης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υάλωμα < μεσαιωνική ελληνική ὑάλωμα < ελληνιστική κοινή ὑάλωμα < ὑαλόω < αρχαία ελληνική ὕαλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυάλωμαυαλώματα
Γενικήυαλώματοςυαλωμάτων
Αιτιατικήυάλωμαυαλώματα
Κλητικήυάλωμαυαλώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →