υάλωμα
•
- η διαδικασία μετατροπής μιας ύλης σε γυαλί μέσω χημικής ή φυσικής αλλαγής, συχνά σε υψηλές θερμοκρασίες Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: υάλωση
- η κατάσταση ή ιδιότητα μιας ύλης να εμφανίζει χαρακτηριστικά γυαλιού, όπως η διαφάνεια και η σκληρότητα, συχνά ως αποτέλεσμα διεργασιών υαλοποίησης Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: υάλωση
- το σύνολο των γυάλινων τμημάτων ή στοιχείων ενός κτηρίου, όπως παράθυρα, τζάμια και υαλοπίνακες Βικιλεξικό
- καλλιτεχνική δημιουργία που αποτελείται από ζωγραφισμένα ή χρωματιστά γυαλιά τοποθετημένα σε πλαίσια, χρησιμοποιούμενη συχνά σε παράθυρα ή διακοσμήσεις Βικιλεξικό
- λεπτή, γυαλιστερή επικάλυψη από υαλώδες υλικό που εφαρμόζεται πάνω σε μεταλλικές ή κεραμικές επιφάνειες για προστασία ή διακόσμηση Βικιλεξικό
- ιατρικήοφθαλμική πάθηση, παρόμοια με το γλαύκωμα, που εμφανίζεται κυρίως σε άλογα, χαρακτηριζόμενη από θόλωση του φακού του οφθαλμού Βικιλεξικό
- ιατρικήσπάνια δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με τον σχηματισμό μικρών διαφανών ογκιδίων στην επιδερμίδα, εξαιτίας υαλοειδούς εκφύλισης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υάλωμα < μεσαιωνική ελληνική ὑάλωμα < ελληνιστική κοινή ὑάλωμα < ὑαλόω < αρχαία ελληνική ὕαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υάλωμα | υαλώματα |
| Γενική | υαλώματος | υαλωμάτων |
| Αιτιατική | υάλωμα | υαλώματα |
| Κλητική | υάλωμα | υαλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →