υαλοπίνακας
•
- λόγιολεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα), το γυάλινο τζάμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλοπίνακας < υαλο- + πίνακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υαλοπίνακας | υαλοπίνακες |
| Γενική | υαλοπίνακα | υαλοπινάκων |
| Αιτιατική | υαλοπίνακα | υαλοπίνακες |
| Κλητική | υαλοπίνακα | υαλοπίνακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →