Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υαλοσκεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η σκεπή του είναι γυάλινη, σκεπασμένος με υλικό γυάλινο (για να μπαίνει συνήθως περισσότερο φως) Βικιλεξικό
    • υαλοσκεπής χώρος, διάδρομος
    • υαλοσκεπές οίκημα

Ετυμολογία

υαλοσκεπής < ύαλος + -σκεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλοσκεπήςυαλοσκεπήςυαλοσκεπές
Γενικήυαλοσκεπούςυαλοσκεπούςυαλοσκεπούς
Αιτιατικήυαλοσκεπήυαλοσκεπήυαλοσκεπές
Κλητικήυαλοσκεπή / υαλοσκεπήςυαλοσκεπήςυαλοσκεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλοσκεπείςυαλοσκεπείςυαλοσκεπή
Γενικήυαλοσκεπώνυαλοσκεπώνυαλοσκεπών
Αιτιατικήυαλοσκεπείςυαλοσκεπείςυαλοσκεπή
Κλητικήυαλοσκεπείςυαλοσκεπείςυαλοσκεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →