Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υαλουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υαλουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υαλουργικός < ελληνιστική κοινή ὑαλουργικός < αρχαία ελληνική ὕαλος + ἔργον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλουργικόςυαλουργικήυαλουργικό
Γενικήυαλουργικούυαλουργικήςυαλουργικού
Αιτιατικήυαλουργικόυαλουργικήυαλουργικό
Κλητικήυαλουργικέυαλουργικήυαλουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυαλουργικοίυαλουργικέςυαλουργικά
Γενικήυαλουργικώνυαλουργικώνυαλουργικών
Αιτιατικήυαλουργικούςυαλουργικέςυαλουργικά
Κλητικήυαλουργικοίυαλουργικέςυαλουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →