υαλουρονικό οξύ
•
- βιοχημείαβιολογικό μόριο (υδρόφιλη ουσία) που βρίσκεται στον οργανισμό (σε αρθρώσεις, ιστούς και το υαλοειδές σώμα του ματιού), συμβάλλοντας στην ενυδάτωση και την ελαστικότητα, ενώ χρησιμοποιείται σε ιατρικές και καλλυντικές εφαρμογές καθώς και σε θεραπείες αναζωογόνησης του δέρματος και των αρθρώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλουρονικό οξύ < → δείτε τις λέξεις υαλουρονικός και οξύ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hyaluronic acid ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική acide hyaluronique)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υαλουρονικό οξύ | — |
| Γενική | υαλουρονικού οξέος | — |
| Αιτιατική | υαλουρονικό οξύ | — |
| Κλητική | υαλουρονικό οξύ | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →