υαλόπαγος
•
- λεπτό και συχνά αόρατο στρώμα πάγου που δημιουργείται με βροχόπτωση σε παγωμένο έδαφος Βικιλεξικό
- Ο υαλόπαγος είναι ένα στρώμα πάγου διαφανές, λείο και ομοιογενές. («Υαλόπαγος», sch.gr, π. 2010)
- μετεωρολογίακαιρικό φαινόμενο κατά το οποίο η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας αυξάνεται σε βαθμό υψηλότερο από το σημείο ψύξης του νερού, ενώ το έδαφος είναι παγωμένο, με αποτέλεσμα η βροχή να δημιουργεί στρώμα πάγου στην επιφάνεια του εδάφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υαλόπαγος < υαλό- + πάγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υαλόπαγος | υαλόπαγοι |
| Γενική | υαλόπαγου | υαλόπαγων |
| Αιτιατική | υαλόπαγο | υαλόπαγους |
| Κλητική | υαλόπαγε | υαλόπαγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →