Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υβρίδιο

/iˈvɾi.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βιολογίαον που έχει δημιουργηθεί με την διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικά ανόμοια Βικιλεξικό
    • 2024 Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης, εκδ. Καστανιώτη
    • < υπώνυμα: κυβόργιο (υβρίδιο μηχανής και ανθρώπου)
  2. μεταφορικάιδέα ή οντότητα που έχει δημιουργηθεί από ανόμοιες πηγές Βικιλεξικό
    • 2015 Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος
  3. γλωσσολογίασύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υβρίδιο < (άμεσο δάνειο) γαλλική hybride < λατινική hybrida < hibrida (γόνος διασταύρωσης διαφορετικών ειδών ή γεννημένος από Ρωμαίο πατέρα και ξένη ή δούλη μητέρα) με παρετυμολόγηση από το αρχαίο ὕβρις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυβρίδιουβρίδια
Γενικήυβρίδιου / υβριδίουυβρίδιων / υβριδίων
Αιτιατικήυβρίδιουβρίδια
Κλητικήυβρίδιουβρίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →