Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγιεινολογικός

/i.ʝi.i.no.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υγιεινολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγιεινολογικός < υγιεινολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγιεινολογικόςυγιεινολογικήυγιεινολογικό
Γενικήυγιεινολογικούυγιεινολογικήςυγιεινολογικού
Αιτιατικήυγιεινολογικόυγιεινολογικήυγιεινολογικό
Κλητικήυγιεινολογικέυγιεινολογικήυγιεινολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγιεινολογικοίυγιεινολογικέςυγιεινολογικά
Γενικήυγιεινολογικώνυγιεινολογικώνυγιεινολογικών
Αιτιατικήυγιεινολογικούςυγιεινολογικέςυγιεινολογικά
Κλητικήυγιεινολογικοίυγιεινολογικέςυγιεινολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →