υγιεινολογικός
•
- σχετικός με την υγιεινολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υγιεινολογικός < υγιεινολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υγιεινολογικός | υγιεινολογική | υγιεινολογικό |
| Γενική | υγιεινολογικού | υγιεινολογικής | υγιεινολογικού |
| Αιτιατική | υγιεινολογικό | υγιεινολογική | υγιεινολογικό |
| Κλητική | υγιεινολογικέ | υγιεινολογική | υγιεινολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υγιεινολογικοί | υγιεινολογικές | υγιεινολογικά |
| Γενική | υγιεινολογικών | υγιεινολογικών | υγιεινολογικών |
| Αιτιατική | υγιεινολογικούς | υγιεινολογικές | υγιεινολογικά |
| Κλητική | υγιεινολογικοί | υγιεινολογικές | υγιεινολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →