Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγρομετρικός

/i.ɣɾo.me.tɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υγρομετρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγρομετρικός < αρχαία ελληνική ὑγρομετρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγρομετρικόςυγρομετρικήυγρομετρικό
Γενικήυγρομετρικούυγρομετρικήςυγρομετρικού
Αιτιατικήυγρομετρικόυγρομετρικήυγρομετρικό
Κλητικήυγρομετρικέυγρομετρικήυγρομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγρομετρικοίυγρομετρικέςυγρομετρικά
Γενικήυγρομετρικώνυγρομετρικώνυγρομετρικών
Αιτιατικήυγρομετρικούςυγρομετρικέςυγρομετρικά
Κλητικήυγρομετρικοίυγρομετρικέςυγρομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →