Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδάτινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από νερό Βικιλεξικό
    • Συγκεκριμένα τα μετεωρικά υδάτινα κατακρημνίσματα δηλαδή τα νερά της βροχής κατεισδύουν και διηθούνται μέσω των διακλάσεων, ρωγματώσεων, εγκοίλων των ανθρακικών πετρωμάτων (Φωτ. 2,3) που χαρακτηρίζονται ως υδατοπερατά (Επαφές των γεωλογικών σχηματισμών. Παραγωγικές δομές του υπόγειου υδάτινου δυναμικού και των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ), 27 Απριλίου 2018, oryktosploutos.net https://www.oryktosploutos.net/2018/04/blog-post_26-12/)
  2. που παρασκευάζεται από νερό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδάτινος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδάτινοςυδάτινηυδάτινο
Γενικήυδάτινουυδάτινηςυδάτινου
Αιτιατικήυδάτινουδάτινηυδάτινο
Κλητικήυδάτινευδάτινηυδάτινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδάτινοιυδάτινεςυδάτινα
Γενικήυδάτινωνυδάτινωνυδάτινων
Αιτιατικήυδάτινουςυδάτινεςυδάτινα
Κλητικήυδάτινοιυδάτινεςυδάτινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →