υδατάνθρακας
•
- κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιλαμβάνει πολυυδροξυλιωμένα παράγωγα των αλδεϋδών και των κετονών (το μόριό τους περιέχει αλδεϋδική ή κετονική ομάδα και 1-5 αλκοολικά υδροξύλια). Πρόκειται, δηλαδή, για πολυυδροξυαλδεϋδες ή αλδόζες και πολυυδροξυκετόνες ή κετόζες αντίστοιχα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε σώμα που όταν υδρολυθεί δίνει τις παραπάνω ενώσεις. Είναι πολύ διαδεδομένοι στη φύση και πολύ μεγάλης σπουδαιότητας αφού αποτελούν μια από τις κυριότερες θρεπτικές ύλες για τον άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδατάνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑδατάνθρ(αξ) + -ακας < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική hydrate de carbone. Μορφολογικά αναλύεται σε υδατ- + άνθρακας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδατάνθρακας | υδατάνθρακες |
| Γενική | υδατάνθρακα | υδατανθράκων |
| Αιτιατική | υδατάνθρακα | υδατάνθρακες |
| Κλητική | υδατάνθρακα | υδατάνθρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →